Φροντίδα νεογέννητου: Διατροφή – Κάθε πότε θηλάζουμε και πότε χορηγούμε συμπλήρωμα



Το μητρικό γάλα πλεονεκτεί από κάθε γάλα του εμπορίου, γι’ αυτό δίνουμε μεγάλη προτεραιότητα στο μητρικό θηλασμό. Το παιδί τρώει όποτε θέλει και όσο θέλει , δεν υπάρχουν ωράρια.
Στο πρώτο 20ήμερο, αν το μωρό μας δεν ξυπνάει μόνο του, το ξυπνάμε περίπου στο τετράωρο (εξαρτάται και από το παιδί βέβαια). Μόλις  ξυπνήσει  το βάζουμε στο στήθος και το ενοχλούμε διαρκώς για να μην κοιμάται.  Του δίνουμε αρκετό χρόνο (μέχρι και μία ώρα) για να καταφέρει να θηλάσει. Μετά από αυτό το χρονικό διάστημα και εφόσον είναι ήρεμο το πιθανότερο είναι πως έχει χορτάσει. Αφιερώνουμε 10-15 λεπτά για να ρευτεί και στην συνέχεια το βάζουμε για ύπνο σε πλάγια θέση. 


Τα  περισσότερα νεογέννητα  τις πρώτες ημέρες θηλάζουν αρκετά συχνά, είτε γιατί δεν ξέρουν ακόμα να θηλάσουν σωστά ή γιατί δεν είναι αρκετό το γάλα της μητέρας.
Αυτή η αυξημένη συχνότητα βοηθά στην παραγωγή του γάλακτος, καθώς όσο περισσότερο θηλάζει το παιδί, τόσο περισσότερο γάλα παράγεται

Πολλές φορές, ανεξάρτητα του εάν το μωρό ρεύτηκε ή όχι, βγάζει από το στόμα του μικρή ποσότητα γάλακτος («γουλίτσες», αναγωγή). Αυτό συμβαίνει είτε γιατί παρέμεινε αέρας στο στομάχι του, είτε γιατί κάνει μικρή παλινδρόμηση. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η παλινδρόμηση είναι μικρή και δεν δημιουργεί προβλήματα. Σε περίπτωση που τα συμπτώματα είναι έντονα, το μωρό πνίγεται, κλαίει συνεχώς και ενώ είναι διαρκώς πεινασμένο δεν μπορεί να φάει, τότε η παλινδρόμηση είναι μεγάλου βαθμού και πρέπει να συμβουλευτούμε τον παιδίατρο.  

Πότε χορηγούμε συμπλήρωμα;
Όταν λέμε συμπλήρωμα εννοούμε το μητρικό που έχουμε βγάλει με το θήλαστρο ή γάλα του εμπορίου.
Κατά τις πρώτες μέρες της ζωής του, μπορεί να υπάρξουν ιατρικοί λόγοι για τους οποίους ένα νεογέννητο πρέπει να σιτιστεί συμπληρωματικά με γάλα εμπορίου, εφόσον το γάλα της μητέρας  δεν επαρκεί ή δεν πρέπει να χορηγηθεί. Τέτοιοι λόγοι είναι η μεγάλη απώλεια βάρους του μωρού, ο νεογνικός ίκτερος, ο πυρετός ή η λήψη συγκεκριμένων φαρμάκων από την μητέρα ή παθολογικές καταστάσεις της μητέρας.
Σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει μετά την έξοδο από το Μαιευτήριο να συμβουλευθούμε τον παιδίατρο. 
Όσον αφορά το γάλα σε σκόνη, ακολουθούμε αυστηρά τις οδηγίες που αναγράφονται στο κουτί ή που συνιστά  ο παιδίατρος σχετικά με την αναλογία νερού και σκόνης  γάλακτος. Ποτέ δεν πρέπει να προσθέτουμε περισσότερη  σκόνη από αυτή που συνιστάται ή να χρησιμοποιούμε λιγότερο νερό. Το πυκνό γάλα βλάπτει τα νεφρά και το έντερο του μωρού. Βράζουμε κρύο τρεχούμενο νερό.  Δεν χρησιμοποιούμε νερό που έχει ξαναβραστεί ή έχει μείνει βρασμένο πολλή ώρα στην κατσαρόλα. Το  νερό από φίλτρο βρύσης δεν είναι κατάλληλο γιατί έχει  αποδειχθεί ότι πολλές φορές στα φίλτρα αναπτύσσονται μικρόβια.

Αν το μωρό μας, όταν ξεκινήσει το γάλα του εμπορίου, εμφανίσει κοκκινίλες ή εξανθήματα στην περιοχή γύρω από το στόμα, όπου πέσει γάλα επάνω του ή στο σωματάκι του, τότε απευθυνόμαστε στον παιδίατρό μας. Συνήθως, ο παιδίατρος μας στέλνει σε ειδικό αλλεργιολόγο ο οποίος θα κάνει δερματικό τεστ αλλεργίας.
Οι δερματικές δοκιμασίες νυγμού αποτελούν το πιο διαδεδομένο τεστ αλλεργίας. Είναι αναίμακτες, ανώδυνες, ασφαλείς, απλές σαν τεχνική, γρήγορες, αξιόπιστες και μπορούν να γίνουν από την ηλικία του ενός μηνός. Χρησιμοποιούνται κατά κύριο λόγο στη διερεύνηση της αλλεργικής ρινίτιδας και επιπεφυκίτιδας, του αλλεργικού άσθματος, της ατοπικής δερματίτιδας και της τροφικής αλλεργίας.
Πώς γίνεται: Καταρχάς, ο ασθενής θα πρέπει να μην έχει πάρει αντιισταμινικά, αντιαλλεργικά φάρμακα πριν την εξέταση. Κατά την εξέταση, λοιπόν, ο γιατρός «τσιμπάει» το δερματάκι του με ειδική συσκευή μίας χρήσης (μεταλλική ή πλαστική βελόνα-ακίδα) («νυγμός») κατά προτίμηση στην μπροστινή επιφάνεια του αντιβραχίου (πάνω από την ανοιχτή παλάμη) ή την πλάτη (από προσωπική εμπειρία, είναι εντελώς ανώδυνο- το παιδί δεν καταλαβαίνει τίποτα). Στη συνέχεια, ο γιατρός βάζει σταγόνες από τα τυποποιημένα εκχυλίσματα αλλεργιογόνων (π.χ. καζεΐνη, μια από τις πρωτεΐνες του γάλακτος, κρόκος αυγού κλπ) και κυκλώνει με το στυλό το σημείο. Σε 15-20 λεπτά γίνεται συνήθως η ανάγνωση της αντίδρασης. Αν έχει μεγαλώσει η κοκκινίλα πέρα από το σημαδεμένο κυκλάκι, υπάρχει αλλεργία.  Δεδομένου ότι μέχρι και 30% του γενικού πληθυσμού μπορεί να έχει θετικά τεστ, χωρίς στην πραγματικότητα να έχει αλλεργικά συμπτώματα, τα τεστ αλλεργίας δεν πρέπει να γίνονται ανεξέλεγκτα και πρέπει να ερμηνεύονται πάντοτε με βάση το ιστορικό του ασθενή.
Στη διερεύνηση της τροφικής αλλεργίας, λόγω της μεγαλύτερης ευαισθησίας που παρατηρείται με τη χρήση νωπών τροφών (ιδίως φρούτων και λαχανικών) εφαρμόζεται συχνά η μέθοδος “prick to prick” κατά την οποία ο νυγμός γίνεται συνήθως δια μέσου μικρού τεμάχιου του νωπού τροφίμου που τοποθετείται στο δέρμα.
Όταν υπάρχει αδυναμία εκτέλεσης των δερματικών τεστ (π.χ. ασθενείς που δεν μπορούν να διακόψουν τα αντιισταμινικά ή παρουσιάζουν δερμογραφισμό), ο προσδιορισμός των ειδικών IgE αντισωμάτων έναντι ορισμένων αλλεργιογόνων μπορεί να γίνει και με αιματολογικές εξετάσεις (π.χ. μέθοδοι RAST, CAP).

Σχόλια