Βάζοντας όρια: Πώς να μάθουμε το ΟΧΙ σε ένα μωρό;

ΠΕΙΘΑΡΧΙΑ1



Το ΟΧΙ είναι  πολύ σημαντικό για την ανάπτυξη της προσωπικότητάς του παιδιού, παρόλο που η συχνότητα χρήσης της δεν αναλογεί με την συχνότητα εφαρμογής της!

Η πειθαρχία είναι ένα θέμα που απασχολεί τους γονείς, γιατί πολλές φορές βρίσκονται αντιμέτωποι με τις αταξίες των παιδιών τους, τη ριψοκίνδυνη συμπεριφορά τους και την, πολλές φορές, περιορισμένη συνεργασία τους. Ένα πολύ συχνό ερώτημα των γονιών είναι: «Πώς να μάθω το παιδί μου να πειθαρχεί;».
Για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα, πρέπει καταρχήν, να οριοθετηθεί η πειθαρχία. Σίγουρα, με τον όρο αυτό δεν εννοούμε την «υποταγή στον ανώτερο». Εννοούμε την ΕΝΣΥΝΕΙΔΗΤΗ, την ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΠΕΙΘΑΡΧΙΑ, δηλαδή την ΥΠΑΚΟΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ  σε αρχές και κανόνες, ΜΕ ΤΗ ΘΕΛΗΣΗ ΤΟΥΣ.

Πότε να αρχίσουμε να λέμε «Όχι»! – Τα πρώτα όρια στο μωρό μας 
Τα όρια χτίζονται από τη βρεφική ηλικία. Η μητέρα βάζει όρια στην ώρα του φαγητού ή του ύπνου. Έτσι είναι καλό  να γίνει και με τις ώρες παιχνιδιού ή της αγκαλιάς.
Για παράδειγμα, μια μητέρα που δεν βάζει όρια στο παιχνίδι του παιδιού μαζί της μέχρι του σημείου να εξαντλείται, στερεί από τον εαυτό της την ανάπαυλα που χρειάζεται αλλά κι από το παιδί την ευκαιρία να ψάξει για τρόπους να ψυχαγωγείται και να εξερευνά τον κόσμο μόνο του. Κάτι που φαίνεται σαν τέλεια σχέση μπορεί να είναι υπερπροστασία που δεν επιτρέπει να αναπτυχθεί σωστά η κοινωνικότητα του παιδιού και το μετατρέπει λίγο-λίγο σε  τύραννο,  δημιουργώντας του παράλληλα μια ισχυρή εξάρτηση, καθώς πιστεύει πως δεν μπορεί τίποτα να κάνει μόνο του.
Το «όχι» εδώ αποτελεί την ευκαιρία για να σκεφτεί και να δοκιμάσει το μωρό εναλλακτικές λύσεις, π.χ. πώς να περνά την ώρα του χωρίς να είναι συνεχώς σε μια αγκαλιά, πώς να κινείται, πώς να ηρεμεί και να νανουρίζεται μόνο του.
Μερικές φορές αρκεί να του δοθεί λίγος χρόνος, άλλοτε μερικές καθησυχαστικές κουβέντες, κι άλλοτε κάποιο όμορφο αντικείμενο, μια κουνουπιέρα που την κουνάει ο αέρας, ένα χρωματιστό παιχνίδι, κτλ.
Η αγκαλιά και η συνεχής υποχώρηση στις επιθυμίες τους δεν είναι για τα μωρά  η πανάκεια. Αντίθετα, μπορεί να συνηθίσουν σε μια κατάσταση που δεν τα αφήνει να κατανοήσουν ούτε τις δυνατότητές τους ,ούτε τι σημαίνει όριο.
Μεγαλώνοντας το παιδί είναι καλό να εμπλουτίζονται τα όρια με κανόνες όπως «Κράτα το παιχνίδι σου αντί να το πετάξεις» κ.ά.  
Συνήθως, μιλάμε για την ηλικία των 15-24 μηνών, η ηλικία «όλα θέλω να τα πιάνω».  Η ηλικία, βέβαια, εξαρτάται από το παιδί.
Αυτή είναι η πιο κατάλληλη περίοδος της ζωής του, για να βάλουμε τα πρώτα θεμέλια της πειθαρχίας. Να αρχίσει το παιδί να μαθαίνει την έννοια του «όχι» και να αρχίσει να καταλαβαίνει ότι δεν μπορούν όλες του οι επιθυμίες να ικανοποιούνται.
Σιγά- σιγά το παιδί καταλαβαίνει ότι κάποια πράγματα επιτρέπονται και κάποια απαγορεύονται και ότι τα «ΔΕΝ» έχουν συγκεκριμένη αιτιολογία, άμεσα συνδεδεμένη με το παρόν και κυρίως το μέλλον του.
ΠΕΙΘΑΡΧΙΑ2Την εποχή που τα πρώτα «όχι» αρχίζουν να λέγονται, την ίδια στιγμή ακούγονται και τα πρώτα συνειδητά «ΜΠΡΑΒΟ».

ΠΩΣ λέμε το όχι στα παιδιά;
Αρχικά πρέπει να έχουμε ΞΕΚΑΘΑΡΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΟΧΙ ΠΟΥ ΘΕΛΟΥΜΕ ΝΑ ΕΦΑΡΜΟΣΟΥΜΕ: ποια είναι, πόσα είναι και ποια η ιεράρχησή τους.
Η σημαντική αρχή λέει ότι τα ΟΧΙ είναι λίγα, συγκεκριμένα, προσαρμοσμένα στην ηλικία και ιδιοσυγκρασία του παιδιού και κυρίως σταθερά! Η ικανότητα του γονιού να προσαρμόζεται στις ανάγκες του παιδιού ανάλογα με την ηλικία του είναι σημαντική.
Ο τρόπος που λέμε το «όχι» δίνει στο παιδί το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα τοποθετήσει τον εαυτό του. Αν το «όχι» ειπωθεί ήπια θα φέρει ευγένεια και μια γερή προσωπικότητα. Αν ειπωθεί βίαια θα φέρει βία!!!
Ο αποδεκτός τρόπος από το παιδί είναι η θετική διατύπωση.
Ας συγκρατήσουμε ότι «οι διαρκώς αυστηροί και αυταρχικοί γονείς που έχουν την τάση να μη βλέπουν διαλλακτικά τα πράγματα,  ενδέχεται να ενθαρρύνουν ακούσια τα παιδιά τους να φτάσουν στα άκρα, ενώ, αντίθετα, πιστεύουν ότι τα περιορίζουν», (Waddel, σελ.233).

Τα συνηθισμένα λάθη των γονιών
1.       Οι γονείς φοβούνται τη σύγκρουση. Ακούγονται διστακτικοί και αβέβαιοι όταν θέλουν να πουν ένα «όχι» στα παιδιά.
2.        Χρησιμοποιούν πολλές εξηγήσεις και επιχειρήματα, χωρίς να βλέπουν ότι το παιδί απλώς νομίζει ότι «κερδίζει χρόνο» και τελικά θα καταφέρει αυτό που θέλει.
3.        Δίνουν μεγάλη προσοχή στη διαμάχη με το παιδί, το οποίο απολαμβάνει τον έλεγχο και το ενδιαφέρον να έχει κάποιον μεγάλο του χεριού του.
4.        Οι γονείς φτάνουν στα όριά τους και το επιπλήττουν με μεγαλύτερη ένταση από αυτή που είχαν πρόθεση αρχικά.

Τελικά, τι κάνουμε;
Γενικά, η πειθαρχία δεν είναι κάτι που δίνεται με μια συνταγή, κάτι μαγικό. Είναι μια διαδικασία, η οποία προκύπτει μέσα από τη διαχρονική σχέση μας με τα παιδιά μας. Η πειθαρχία πρέπει να πηγάζει μέσα από την όλη σχέση γονιού και παιδιού και να είναι στηριγμένη στην αγάπη και στην εμπιστοσύνη, όχι στον εκφοβισμό και στη λήψη ή έστω την απειλή για λήψη υπερβολικών και αδικαιολόγητων τιμωρητικών μέτρων.
Όταν το παιδί μεγαλώνει μέσα σε ένα περιβάλλον αλληλοκατανόησης, σεβασμού και επικοινωνίας τότε να είμαστε σίγουροι ότι το παιδί μαθαίνει να μας ακούει και να δέχεται τους κανόνες.
Η  ΠΕΙΘΑΡΧΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ, ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΜΑΘΑΙΝΕΤΑΙ. Μαθαίνουμε το παιδί μας να υπακούει, όχι με αυστηρούς κανόνες και αναποτελεσματικές τιμωρίες.
Αποφεύγουμε τις υπερβολικές επικρίσεις και τις αδιάκριτες παρατηρήσεις. Τα «όχι» και τα «πρέπει» τα στηρίζουμε σε κάποια λογική αιτία και τα συνοδεύουμε με πάντοτε με παραδείγματα.
1.        Να είμαστε σταθεροί και συνεπείς.
ΠΕΙΘΑΡΧΙΑ32.        Να κρατάμε τις υποσχέσεις μας.
3.        Όταν λέμε «όχι» να το εννοούμε. Να είμαστε σταθεροί στα «όχι»: Ότι απαγορεύεται σήμερα, απαγορεύεται και αύριο.
4.        Τα πολλά όχι δεν ωφελούν. Χάνουν την αποτελεσματικότητά τους.
5.        Αν αρνηθούμε κάτι στο παιδί μας, του προσφέρουμε μια εναλλακτική λύση. «Δεν επιτρέπεται να παίζεις μπάλα στο σπίτι, μπορείς όμως να παίζεις στην αυλή ή στο πάρκο».
6.        Οι επικρίσεις μας πρέπει να στρέφονται στην πράξη ή στη συμπεριφορά, όχι προς το ίδιο το παιδί. Αποφεύγουμε να τους βάζουμε «ταμπέλες». «Δεν σκαρφαλώνουμε στον καναπέ της γιαγιάς», αντί «σταμάτα να είσαι ενοχλητικός».
7.        Χρησιμοποιούμε τη ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΚΑΙ ΟΧΙ την ΤΙΜΩΡΙΑ.
Η βασική διαφορά της συνέπειας από την τιμωρία είναι ότι η συνέπεια εμπεριέχει σεβασμό και αναγνώριση των δικαιωμάτων του παιδιού. Πρέπει να είναι συνδεδεμένη με τη συμπεριφορά του παιδιού και να είναι άμεση, όχι να δίνεται ώρες ή μέρες μετά. Η αμεσότητα βοηθά το παιδί να καταλάβει τη συνέπεια.
Επίσης, η συνέπεια τού δίνει την ευκαιρία να επιλέξει. Για παράδειγμα: «Αν δεν διαβάσεις θα έχεις λιγότερο χρόνο για παιχνίδι».
Η τιμωρία είναι επιβολή εξουσίας, πολλές φορές μάλιστα εμπεριέχει διάφορες μορφές βίας, όπως σωματική, λεκτική ή ψυχολογική. Τα παιδιά που «τιμωρούνται», σπάνια σέβονται τους γονείς τους και όσο μεγαλώνουν αρχίζουν τις έντονες λεκτικές και κάποτε σωματικές προστριβές με τους γονείς τους.
8.        Να υπάρχει συνεννόηση και να ακολουθείται η ίδια τακτική διαπαιδαγώγησης από τους δύο γονείς.  Ο ένας γονιός δεν πρέπει να αναιρεί τον άλλο μπροστά στο παιδί. Εάν υπάρχουν διαφωνίες θα πρέπει να συζητηθούν μακριά του.
9.        Όταν κάνουμε λάθος, να το αναγνωρίζουμε και να ζητάμε συγγνώμη.
10.    Να δίνουμε ευκαιρία στο παιδί μας να εκφράσει τα συναισθήματά του.
11.    Να είμαστε ειλικρινείς με τα παιδιά.
12.    Να ασχολούμαστε μαζί τους. Να κάνουμε πράγματα μαζί, να διασκεδάζουμε, να δημιουργούμε, να κουβεντιάζουμε.
13.    Να τα ενδυναμώνουμε, δείχνοντάς τους εμπιστοσύνη, δίνοντάς τους ευκαιρίες για πρωτοβουλία, προσφέροντάς τους επιλογές και, προπαντός, σεβόμενοι τις επιθυμίες τους.
Σεβασμός των επιθυμιών των παιδιών, δεν σημαίνει βέβαια ότι τα αφήνουμε να κάνουν ότι θέλουν. Γενικά, στην οικογένεια πρέπει να συνυπάρχουν όρια και κανόνες από τη μια, αλλά και σεβασμός από την άλλη.



Σχόλια